
Η Ιστορία
Το Κονάκι
του Μπέη Σεκεριά
Εφτά Μπαλτάδες, Ηράκλειο. Δεκαετία του 1880.

Το κονάκι
«Κονάκι» έλεγαν το αρχοντικό ενός ανθρώπου με θέση στην πόλη. Δεν ήταν απλώς κατοικία. Ήταν ένας μικρός κόσμος, αυτάρκης και κλειστός.
Είχε αίθουσα υποδοχής για τους ξένους και ιδιωτικούς χώρους για την οικογένεια. Είχε δωμάτιο του καφέ. Συχνά είχε και το δικό του λουτρό.
Κλειστό προς τον δρόμο, ανοιχτό προς την αυλή, που ήταν πάντα η καρδιά του. Οι κλειστοί ξύλινοι εξώστες άφηναν το φως να μπαίνει χωρίς να μπαίνουν τα βλέμματα, όπως ζητούσε η ανατολίτικη ευγένεια της εποχής.
Χτίζονταν για να κατοικηθούν από γενιές. Γι' αυτό όσα άντεξαν, αντέχουν ακόμη.

Ο σεισμός
Μια πόλη
που ξαναχτίζεται
Στους Εφτά Μπαλτάδες, εκεί όπου οι δρόμοι στενεύουν σαν να κρατούν ένα μυστικό, στέκει το Κονάκι του Μπέη Σεκεριά. Η οδός Αποκορώνου κρατά ακόμη τον χαρακτήρα εκείνης της εποχής: δυόμισι μέτρα πλάτος και μια πορεία που στρίβει.
Το 1856 ένας ισχυρός σεισμός γκρέμισε μεγάλο μέρος του Ηρακλείου. Η πόλη έπρεπε να ξαναχτιστεί από την αρχή.
Ως τότε οι Οθωμανοί αξιωματούχοι κατοικούσαν σε ενετικά μέγαρα που μετασκεύαζαν σε κονάκια. Μετά τον σεισμό κάτι αλλάζει: τα νέα αρχοντικά σχεδιάζονται εξαρχής, για τη ζωή που ήθελαν να ζήσουν οι ιδιοκτήτες τους.
Το Κονάκι του Μπέη Σεκεριά είναι ένα από αυτά. Χτίστηκε στη δεκαετία του 1880 για έναν εύπορο Οθωμανό έμπορο, σε μια πόλη που άλλαζε πρόσωπο. Οι παλιές ανατολίτικες συνοικίες συναντούσαν τις ευρωπαϊκές επιρροές, και τα αρχοντικά των ισχυρών οικογενειών δεν ήταν πια μόνο καταφύγια. Ήταν δηλώσεις κύρους.
Το 1893 περνά στον Σουλεϊμάν Χατζή Τζεμαλή-ζαντέ. Από εκείνον κρατά το όνομα με το οποίο το ξέρει έκτοτε η πόλη.

Η αυλή
Η αυλή, η κρήνη
και το σαντιρβάν
Δύο παραδόσεις, δύο αισθητικές,
το ίδιο νερό.
Τα κονάκια της εποχής χτίζονταν πάνω στον δρόμο και έκρυβαν την αυλή πίσω τους. Το Κονάκι του Μπέη Σεκεριά κάνει το αντίστροφο.
Το αρχοντικό υποχωρεί στο βάθος του οικοπέδου και φέρνει την αυλή μπροστά: πλακόστρωτη με μεγάλες μαρμάρινες πλάκες, σε άξονα με την αυλόπορτα και την κεντρική είσοδο. Οι αρμοί των πλακών συνεχίζουν ευθεία μέσα στο κτήριο. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Εκεί στέκει ακόμη η μνημειακή λιθόκτιστη κρήνη, δουλεμένη με μορφές της Ενετοκρατίας. Δίπλα της, ένα περίτεχνο κυκλικό σαντιρβάν, το οθωμανικό συντριβάνι.
Η αρχιτεκτονική
Τρεις κόσμοι,
ένα αρχοντικό
Το ισόγειο είναι πέτρα. Ο όροφος ξύλο, τσατμάς, η παραδοσιακή ξυλόπηκτη κατασκευή. Ψηλά, η σοφίτα. Τρία υλικά, τρεις κόσμοι, ο ένας πάνω στον άλλο.
Πάνω από την είσοδο προβάλλει ο κλειστός ξύλινος εξώστης, στηριγμένος σε χυτοσίδηρα φουρούσια με φυτική διακόσμηση, με οξυκόρυφα παράθυρα και έγχρωμα τζάμια. Μέσα του, ο σοφάς: το χαμηλό καθιστικό που κοιτάζει την αυλή.
Στην πρόσοψη, νεοκλασικό αέτωμα και ξύλινο γείσο με οδόντες. Στη βορειοδυτική γωνία, εντοιχισμένο σαν επίκρανο, ένα κομμάτι ενετικού περιθυρώματος. Θραύσμα παλαιότερου κτηρίου, τοποθετημένο εκεί σκόπιμα, σαν υπογραφή.
Και μέσα, στις ζωγραφιστές μπορντούρες των οροφών, ημισέληνοι και άστρα δίπλα σε νεοκλασικά ανθέμια.
Ολόκληρο το αρχοντικό είναι μετρημένο με τον οθωμανικό πήχυ των 75,8 εκατοστών: τριάντα πήχεις επί έντεκα. Ακόμη και η κρήνη.
Ένα κτήριο με ανατολικό μέτρο και δυτικό πρόσωπο.






Το κρυμμένο χαμάμ
του αρχοντικού
Στη δυτική άκρη του ισογείου το αρχοντικό κρύβει το πιο σπάνιο του δωμάτιο: το ιδιωτικό του χαμάμ.
Χτίστηκε εφαπτόμενο στην κουζίνα, και αυτό δεν είναι σύμπτωση. Η ίδια μεγάλη εστία που μαγείρευε για την οικογένεια ζέσταινε το νερό του λουτρού και έστελνε τον ζεστό αέρα στα υπόκαυστα, κάτω από το δάπεδο.
Περνούσε κανείς από το αποδυτήριο στον χλιαρό χώρο και ύστερα, από μια στενή πόρτα, στον ζεστό: η μαρμάρινη γούρνα, η δεξαμενή του καυτού νερού. Μέσα στους τοίχους, κατακόρυφοι πήλινοι αεραγωγοί κρατούσαν τη θερμότητα.
Από πάνω, χαμηλωμένος θόλος με νευρώσεις και κυκλικά φωτιστικά ανοίγματα. Το φως έπεφτε σε δέσμες μέσα στον ατμό.
Ιδιωτικά λουτρά σαν αυτό είχαν μόνο οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και οι μεγαλέμποροι. Στο Ηράκλειο σώζονται ελάχιστα.
Σήμερα ζεσταίνει ξανά νερό.
Ανακαλύψτε το χαμάμΗ Κατοχή
Τρεις λέξεις
κάτω από τον σοβά

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, το αρχοντικό που είχε χτιστεί για να φυλάει ιδιωτικές ζωές άλλαξε ρόλο. Η εσωστρεφής διάταξη, η κλειστή αυλή, οι προστατευμένοι διάδρομοι: όλα όσα το έκαναν καταφύγιο μιας οικογένειας το έκαναν κατάλληλο και για στρατιωτική διαμονή.
Πίσω από τους ίδιους τοίχους εγκαταστάθηκε η βαριά σιωπή του πολέμου.
Χρόνια αργότερα, κάτω από στρώματα σοβά, αποκαλύφθηκαν σε έναν εσωτερικό τοίχο τρεις λέξεις στα γερμανικά, γραμμένες με προσεγμένη καλλιγραφία:
Widerhall ewigen HallsΑπόηχος αιώνιας ηχούς
Κανείς δεν ξέρει ποιος τις έγραψε. Ίσως ένας αξιωματικός. Ίσως ένας στρατιώτης που γύρεψε λίγη παρηγοριά στην ποίηση, μέσα στη σιωπή ενός ξένου κτηρίου.
Έμειναν εκεί, σκεπασμένες, για δεκαετίες.

Εως σήμερα
Στα τέλη της δεκαετίας του '60 το ανατολικό πέμπτο του αρχοντικού κατεδαφίστηκε και στη θέση του υψώθηκε πολυκατοικία. Το κτήριο έχασε τη συμμετρία που το όριζε από την πρώτη του μέρα.
Ό,τι έμεινε συνέχισε να ζει. Στις αρχές του '80 έγινε βρεφονηπιακός σταθμός, και παιδιά έτρεχαν στην αυλή γύρω από την κρήνη. Ύστερα, ως το 2008, ωδείο. Για χρόνια από αυτά τα παράθυρα έβγαινε μουσική.
Μετά, σιωπή.
Το 2019 το κτήριο περνά στην οικογένεια Λεμονάκη, που αναλαμβάνει την αναπαλαίωσή του. Δεν θελήσαμε να το εκσυγχρονίσουμε. Θελήσαμε να το ακούσουμε.
Οι σουίτες κράτησαν τις ψηλές οροφές και τα χειροποίητα ζωγραφιστά σχέδια. Το χαμάμ ζεσταίνει ξανά νερό. Η κρήνη στην αυλή τρέχει.
Ένα κτήριο ζει με έναν μόνο τρόπο: κατοικημένο.
Τα ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία αντλούνται από τη μελέτη των Ε. Κανετάκη και Γ. Αντωνίου, «Πολυπολιτισμικά αρχιτεκτονικά στοιχεία μέσα από την περίπτωση του κτηριακού συγκροτήματος του Αρχοντικού Μπέη Σεκεριά στην παλαιά πόλη του Ηρακλείου», Πεπραγμένα ΙΒ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ηράκλειο 2016.
